Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Εννέα χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη - Στιγμές, μνήμες και πολιτικές παρακαταθήκες


Του Γιώργου Μυσιρλάκη


Σαν σήμερα, πριν από εννέα χρόνια, έφυγε από τη ζωή μια κορυφαία πολιτική προσωπικότητα της χώρας, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην πολιτική πορεία της Ελλάδας.
Ανεξάρτητα από το αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε κάποιος με τις πολιτικές και τις απόψεις του, ένα είναι βέβαιο: υπήρξε ένας πολιτικός με ξεχωριστή διορατικότητα, ισχυρή προσωπικότητα και λόγο ευθύ, ρεαλιστικό και συχνά σκληρό. Δεν δίσταζε να εκφράζει αλήθειες που την εποχή εκείνη θεωρούνταν πολιτικά «μη δημοφιλείς», πολλές από τις οποίες αποδείχθηκαν προφητικές τις δεκαετίες που ακολούθησαν.
Σίγουρα έκανε και λάθη, όπως κάθε άνθρωπος που πορεύτηκε για δεκαετίες στην πρώτη γραμμή της πολιτικής ζωής. Όμως ακόμη και οι αντίπαλοί του αναγνώριζαν πως διέθετε πολιτικό θάρρος, διορατικότητα και την τόλμη να λέει αλήθειες που πολλοί απέφευγαν. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι υπήρξε ένας πολιτικός με καθαρή σκέψη, συνέπεια στις απόψεις του και βαθιά γνώση της πραγματικότητας και των προκλήσεων που αντιμετώπιζε η χώρα.


Πολύ πριν τον γνωρίσω προσωπικά, τον ήξερα μέσα από τις αφηγήσεις του αείμνηστου πατέρα μου, Νίκου Μυσιρλάκη, που είχαν βρεθεί για μικρό αλλά καθοριστικό χρονικό διάστημα στο μέτωπο του 1940. Εκεί γεννήθηκε μια φιλία που κράτησε στον χρόνο και που σημάδεψε τη μετέπειτα σχέση τους.
Εγώ, όμως, τον γνώρισα ουσιαστικά στα χρόνια της ενεργούς δημοσιογραφίας μου και ομολογώ πως με εντυπωσίασε βαθιά. Ελάχιστες ήταν οι φορές που, κατά τις επισκέψεις του στο Ηράκλειο, δεν περνούσε από τα γραφεία της «Μεσογείου», ακόμη και την περίοδο που ήταν Πρωθυπουργός.
Τον θυμάμαι πάντα να μπαίνει με εκείνο το πλατύ, χαρακτηριστικό χαμόγελο και να λέει:
«Να ’μαστε και πάλι στα παλιά καλά λημέρια».
Παρέμενε ώρες ολόκληρες στα γραφεία της εφημερίδας. Δεν συνομιλούσε μόνο με τον διευθυντή Κώστα Γραμματικάκη, αλλά με όλους εμάς — δημοσιογράφους και προσωπικό. Μας χαιρετούσε έναν έναν, σφίγγοντάς μας το χέρι, και στη συνέχεια άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον όσα του λέγαμε για τα θέματα της επικαιρότητας. Δεν ήταν ένας τυπικός επισκέπτης. Ήταν συνομιλητής και φίλος. Είχε τη σπάνια ικανότητα να θυμάται λεπτομέρειες που έκαναν τον συνομιλητή του να αισθάνεται ότι πράγματι τον ακούει και τον καταλαβαίνει.
Πολλές από τις φράσεις που είπε έμειναν στην πολιτική ιστορία της χώρας. Ίσως γιατί πίσω από αυτές κρυβόταν μια σκληρή αλήθεια που τότε λίγοι ήθελαν να ακούσουν.
«Κάθε παιδί που γεννιέται σήμερα στην Ελλάδα χρωστάει ένα εκατομμύριο δραχμές προτού προλάβει να αντικρίσει το φως της ημέρας», είχε πει το 1989, επιχειρώντας να εξηγήσει με απλό τρόπο το τεράστιο δημόσιο χρέος και τη δημοσιονομική εκτροπή της εποχής. Λίγα χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα επιβεβαίωνε δραματικά τις προειδοποιήσεις του.
Το ίδιο συνέβη και με τη φράση:
«Ή θα καταστρέψουμε το χρέος ή το χρέος θα καταστρέψει τη χώρα». Μια προειδοποίηση που ακούστηκε υπερβολική στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά επιβεβαιώθηκε με οδυνηρό τρόπο την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων.
Σταθερός στις φιλελεύθερες αντιλήψεις του, υποστήριζε επίσης ότι:
«Το κράτος δεν μπορεί να κάνει τον βιομήχανο, τον έμπορο, τον ξενοδόχο ή τον τραπεζίτη», εκφράζοντας την πεποίθησή του πως η οικονομία δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς μεταρρυθμίσεις και περιορισμό του κρατισμού.
Ακόμη και στα εθνικά θέματα, πολλές φορές επέλεγε να πει πράγματα που προκαλούσαν πολιτικό κόστος. Η περίφημη αναφορά του για το Μακεδονικό το 1993 — «Το όνομα που θα πάρει αυτό το κράτος δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, γιατί κανείς δεν θα το θυμάται σε δέκα χρόνια» — είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Ο ίδιος, ωστόσο, θεωρούσε πως το ουσιαστικό πρόβλημα ήταν ο αλυτρωτισμός και οι γεωπολιτικές ισορροπίες και όχι μόνο η ονομασία. Στο νου μου έρχεται ακόμη μια εκδήλωση της «Μεσογείου» στο ξενοδοχείο «Creta Maris», το 1993, λίγους μήνες μετά την παραίτησή του από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Εκεί μίλησε με λόγο μεστό και απόλυτα ζυγισμένο για τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ενότητας της παράταξης:
«Πρέπει με κάθε θυσία όλοι να την περιφρουρήσουμε. Γιατί χωρίς ενότητα όλα θα χαθούν και η Ελλάδα θα βρεθεί χωρίς εναλλακτική λύση».
Στην ίδια ομιλία πραγματοποίησε μία από τις πιο ηχηρές παρεμβάσεις του απέναντι στο οικονομικοεκδοτικό κατεστημένο της εποχής: «Αυτοί που σήμερα καυγαδίζουν μεταξύ τους κάνουν σκυλοκαβγά για τη διανομή του πακέτου Ντελόρ 2», είχε πει, για να προσθέσει με έντονο ύφος: «Ήρθε η ώρα να βάλουμε τέρμα σ’ όλα αυτά».
Η βασική πολιτική του φιλοσοφία για τη σχέση του πολιτικού με τους πολίτες. Στην τελευταία του συνέντευξη η οποία προβλήθηκε μετά τον θάνατό του το 2017 , συνοψίζοντας τη διαδρομή του, είπε:
«Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου ήταν ότι ήμουν πιο ευγενικός από ό,τι έπρεπε με τους αντιπάλους μου και πιο ανεκτικός από ό,τι έπρεπε με τους φίλους μου.» ενώ τόνισε "κάθε εποχή έχει τις δικές της μάχες και τα δικά της μέτωπα», υπογραμμίζοντας την προτροπή προς τις νεότερες γενιές να μην επιχειρούν να αναβιώσουν τους αγώνες του παρελθόντος, αλλά να επιλέγουν το δικό τους «μετερίζι» και τη δική τους πορεία.
Λίγα χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, συναντηθήκαμε για τελευταία φορά στην Αραβαντινού. Αφού ρώτησε για την εφημερίδα και τον Κώστα Γραμματικάκη , αναφέρθηκε στον πατέρα μου και τη φιλία που είχαν αναπτύξει. Όταν ολοκληρώθηκε εκείνη η συνάντηση, με αποχαιρέτησε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μια φράση που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην καρδιά μου:
«Γιώργο, η ζωή μας είναι γεμάτη στιγμές. Είναι οι στιγμές αυτές που μας καθορίζουν. Συνέχισε να γράφεις γι’ αυτές».
Αυτές οι στιγμές έρχονται συχνά στη μνήμη μου καθώς αναπολώ όσα έζησα με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που ‘έφυγε σαν σήμερα πριν εννέα χρόνια απ τη ζωή έναν άνθρωπο που μοιράστηκε μαζί μου μέρος της πολύτιμης πολιτικής του εμπειρίας και με τίμησε με τη γεμάτη ζεστασιά φιλία του, όπως άλλωστε αναφέρω και στο βιβλίο μου «Πλόες – Χαρτογραφώντας 40 χρόνια σε δημοσιογραφική ρότα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου